02/05/2017 ΣΕΠΕ Αμαρουσίου (Για Αξιολόγηση – Αυτοαξιολόγηση #GrEdu #ergnews)

Σύλλογος Εκπαιδευτικών Πρωτοβάθμιας Εκπαίδευσης Αμαρουσίου

Η πρόσφατη ιστορία της αυτοαξιολόγησης σχολικών μονάδων και αξιολόγησης των εκπαιδευτικών (ενημερωτικό σχόλιο για τις εξελίξεις γύρω από το ζήτημα της αυτοαξιολόγησης – αξιολόγησης αναφορικά με την πολιτική του ΥΠ.Π.Ε.Θ.)

Η έννοια της αυτοαξιολόγησης στις νομοθετικές ρυθμίσεις του 2012-14 οικοδομείται στον ορισμό του σχολείου ως οργανισμού που μαθαίνει με στόχο τη βελτίωσή του. Εδώ χρειάζεται ιδιαίτερη προσοχή, διότι η έννοια του οργανισμού που μαθαίνει βασίζεται στη συστημική ανάλυση των οργανισμών σύμφωνα με το μοντέλο του Senge (1990). Ο Senge συνδυάζοντας τις σπουδές του ως μηχανικού (από το Πανεπιστήμιο του Stanford) και στη διοίκηση των επιχειρήσεων (από το ΜΙΤ) ανέπτυξε ένα μοντέλο για την αποτελεσματικότερη διοίκηση μεγάλων επιχειρήσεων και οργανισμών με στόχο την ανάπτυξή τους, ένα μοντέλο για το οποίο υπάρχουν κριτικές ότι συνδυάζει επιφανειακά και επιλεκτικά γνώσεις των θετικών και κοινωνικών επιστημών από την οπτική γωνία της μεγέθυνσης των μεγάλων οργανισμών και επιχειρήσεων, αποσιωπώντας ζητήματα που έχουν να κάνουν με το ποιος ορίζει τι είναι η γνώση σε έναν μεγάλο οργανισμό και τις σχέσεις εξουσίας σε αυτόν.

Η αρχική ιδέα της αξιολόγησης των εκπαιδευτικών, όπως αυτή θεσμοθετήθηκε με το Π.Δ. 152/2013, στηρίζεται στην έννοια του κώδικα επαγγελματικής δεοντολογίας. Για αυτό το λόγο προτάσσει την ηθική διάσταση της διδακτικής πράξης έναντι της επιστημονικής ταυτότητας των εκπαιδευτικών και αντλεί από την «ηθική» εργαλεία αυθαίρετης εξουσίας των αξιολογητών: την θεολογική έννοια της «διάκρισης». Νομιμοποιoύνταν έτσι και μάλιστα με Προεδρικό Διάταγμα να αξιολογεί βαθμολογώντας (ρούμπρικες) και κατατάσσοντας τους εκπαιδευτικούς σε κλίμακες επαγγελματικής επάρκειας.

Και οι δύο περιπτώσεις αποτελούν για τον ίδιο λόγο μία «εγκληματική ενέργεια», γιατί διαστρέφουν οντολογικά την ίδια την ύπαρξη του εκπαιδευτικού: τον υποβαθμίζουν στο ρόλο του επαγγελματία, διεκπεραιωτή και αναθέτουν σε «άλλους» να ορίσουν τι είναι «γνώση» και πώς αυτή «αξιολογείται».

Μετά τις μαζικές κινητοποιήσεις των εκπαιδευτικών ενάντια σ’ αυτήν την χειραγώγηση και την αλλαγή κυβέρνησης το 2015, «άλλαξε» το αφήγημα της αξιολόγησης που όπως φαίνεται από αυτά που πρεσβεύουν σήμερα, το ίδιο καλά, τόσο οι υπεύθυνοι της εκπαιδευτικής πολιτικής (Υπουργείο Παιδείας) όσο και οι εκτελεστές της (λ.χ. η Α.ΔΙ.Π.Π.Δ.Ε.), συνεπικουρούμενοι από αυτό που οι ίδιοι εκλαμβάνουν ως «κοινωνικό διάλογο» (βλέπε ΣΕΒ,) αυτή τη φορά η αξιολόγηση με λαϊκιστικό τρόπο θα επιβληθεί ως αυτονόητη.

Τι μας ανησυχεί και τι μας ενοχλεί από την πολιτική ηγεσία

Η Έκθεση της Διαρκούς Επιτροπής Μορφωτικών Υποθέσεων της Βουλής, με Πρόεδρό της τον νυν υπουργό παιδείας το Μάιο του 2016 προτάσσει πρώτο θέμα της και προτεραιότητά της την «αυτονομία» της σχολικής μονάδας την οποία στη συνέχεια την συνδέει με την αυτοαξιολόγησή της. Αν αποδελτιώσουμε τα όσα αναφέρονται στην παραπάνω έκθεση που επιβεβαιώνονται κατά γράμμα από τέσσερις συνεντεύξεις του ίδιου του Υπουργού Παιδείας από τότε που ανέλαβε το Υπουργείο Παιδείας, το αφήγημα της αξιολόγησης της πολιτικής ηγεσίας έχει ως εξής:

Η «αυτονομία» της σχολικής μονάδας υιοθετείται άκριτα ως μία κοινά αποδεκτή τάση των σύγχρονων εκπαιδευτικών πολιτικών. Δεν αρκείται στην παιδαγωγική και διοικητική αυτονομία, ρητά αναφέρεται και η οικονομική αυτονομία και μάλιστα όχι μόνο για τη διαχείριση των οικονομικών πόρων του σχολείου, αλλά και για την αναζήτηση πρόσθετων οικονομικών πόρων χωρίς φυσικά να αναφέρεται η πηγή τους ( χορηγοί(;) τοπική αυτοδιοίκηση(;) επιχειρήσεις(;) άλλοι(;) ). Τα πρώτα δύο χαρακτηριστικά της αυτονομίας: εξωστρέφεια και συνεργασία, συνδέονται με την κοινωνία. Επίσης το «δημοκρατικό πλαίσιο», όπως αναφέρεται, λειτουργίας του σχολείου συμπεριλαμβάνει στη λήψη αποφάσεων την τοπική κοινωνία (τοπική αυτοδιοίκηση;) και το σύλλογο γονέων και κηδεμόνων. Μάλιστα προς την κατεύθυνση του τελευταίου προτείνονται αλλαγές στο καθηκοντολόγιο του 2002, χωρίς όμως αυτές να ορίζονται ή να περιγράφονται. Άρα στην εσωτερική αξιολόγηση εμπεριέχεται η έννοια της συνεργασίας με την τοπική κοινωνία και άρα η λογοδοσία σε αυτήν.

Η «αυτοαξιολόγηση» ή εσωτερική αξιολόγηση όπως αλλιώς αναφέρεται και στις συνεντεύξεις (και έχει σημασία ποιος όρος χρησιμοποιείται) αναγνωρίζεται ως αυτονόητη, «καλή πρακτική» εξασφάλισης της ποιότητας του εκπαιδευτικού έργου της αυτόνομης σχολικής μονάδας. Κατά τα άλλα τονίζεται, όπως και στις τέσσερις συνεντεύξεις του Υπουργού Παιδείας ότι δεν θα έχει τιμωρητικό χαρακτήρα και δεν θα συνδέεται με βαθμολογική εξέλιξη ή απολύσεις και πάλι χωρίς τεκμηρίωση, αλλά στη βάση μιας λαϊκιστικής αντιπαράθεσης με τις προηγούμενες συντηρητικές και αντιλαϊκές πολιτικές. Στα όσα προβλέπονται για τις προϋποθέσεις εφαρμογής της και την υλοποίησή της ενδιαφέρον έχει να σταθούμε στο τελευταίο σημείο: η πρόβλεψη και εφαρμογή δομών και διαδικασιών διαρκούς έγκυρης και αξιόπιστης μετα-αξιολόγησης του συστήματος, ώστε να παρέχεται η δυνατότητα για συνεχή παρακολούθηση, αποτίμηση και βελτίωσή του. Ακριβώς σε αυτό το σημείο είναι που η παρούσα εκπαιδευτική πολιτική κρατά ανοιχτή την πόρτα στην Α.ΔΙ.Π.Π.Δ.Ε., διότι αυτός είναι καταρχήν ο στόχος για τον οποίο ιδρύθηκε η τελευταία. Πριν όμως έρθουμε στην Α.ΔΙ.Π.Π.Δ.Ε., κρατάμε από τις συνεντεύξεις του Υπουργού Παιδείας επιπλέον ότι ο ΟΟΣΑ μπορεί να μην «νομιμοποιείται» να μας λέει τι θα κάνουμε στην εκπαίδευση, πλην όμως τα όσα λέει αποτελούν εργαλεία τα οποία δεν μπορούμε παρά να τα λάβουμε πολύ σοβαρά υπόψη μας στη χάραξη της εκπαιδευτικής πολιτικής. Επίσης, σημαντική είναι η επισήμανση του Υπουργού Παιδείας ότι η αξιολόγηση είναι αίτημα της κοινωνίας και μάλιστα των γονέων.

Τι μας ανησυχεί και τι μας ενοχλεί από τους θεσμικούς φορείς εκτέλεσης της εκπαιδευτικής πολιτικής

Πρόκειται για τη γνωστή Α.ΔΙ.Π.Π.Δ.Ε. Εδώ οφείλουμε να είμαστε πολύ προσεχτικοί, γιατί πρόκειται για το θεσμικό φορέα που καλείται να κάνει πράξη τις επιταγές της πολιτικής ηγεσίας και είναι εδώ ακριβώς που γίνεται πράξη το γνωστό ρητό: ο διάβολος κρύβεται στις λεπτομέρειες. Καταρχήν το ακρώνυμο σημαίνει Αρχή Διασφάλισης της Ποιότητας στην Πρωτοβάθμια και Δευτεροβάθμια Εκπαίδευση. Ο Υπουργός Παιδείας σε συνέντευξή του είχε πει ότι δεν φοβόμαστε τις λέξεις όσον αφορά την αξιολόγηση, γιατί σημασία έχει πώς τις νοηματοδοτούμε. Όμως οι λέξεις έχουν την ιστορία τους, το παραπάνω ακρώνυμο παραπέμπει σε άλλους καιρούς, περιγράφει άψογα το σκοπό για τον οποίο ιδρύθηκε η Αρχή, ως το επιστέγασμα μιας υστερικής επιβολής της εκπαιδευτικής πολιτικής της προηγούμενης κυβέρνησης και δεν υπάρχει καμία απολύτως δικαιολογία για άλλες συνυποδηλώσεις, λ.χ. στην Κύπρο συνηθίζεται ο όρος Αρχή για πολλές υπηρεσίες, διότι έτσι μεταφράζεται ο αγγλικός όρος authority.

H Α.ΔΙ.Π.Π.Δ.Ε, συνεπής στο σκοπό της στην πρώτη έκθεση μετα-αξιολόγησης (2015) κάνει πρώτα μία εκτενή κριτική στις κυβερνήσεις των προηγούμενων ετών συμπαρατασσόμενη στη δυσπιστία του συνδικαλιστικού κινήματος και στις αντιδράσεις του θαρρείς και η παραπάνω Αρχή να προέκυψε από παρθενογένεση, θαρρείς και τα στελέχη της δεν ήταν αυτοί που συνέλαβαν και «επιστημονικά» νομιμοποίησαν συνολικά το εγχείρημα της αξιολόγησης των εκπαιδευτικών. Καταρχήν η Αρχή δεν εγκαταλείπει την αρχική της ιδέα για το σημείο εκκίνησης της αξιολόγησης που είναι η προτεραιότητα που δίνεται στην επαγγελματική ιδιότητα του εκπαιδευτικού. Επίσης προτείνει την αποσύνδεση της αξιολόγησης από κάθε βαθμολογική κατάταξη για τους εκπαιδευτικούς και κάθε ανάρτηση συγκριτικής κατάταξης για τις σχολικές μονάδες. Χρεώνει όμως την αδυναμία υλοποίησης της αξιολόγησης (αξιοπιστία, εγκυρότητα, αποκλίσεις και οι σχετικές ενστάσεις) σε αυτούς που υποτίθεται έχουν εμπειρία από αξιολογήσεις λόγω θέσεων θητείας: τα στελέχη της εκπαίδευσης (σημειώνεται ότι το 1/3 των ενστάσεων ως προς τη βαθμολόγησή τους ικανοποιήθηκε από την Αρχή). Εμμέσως πλην σαφώς αναγνωρίζει αδυναμία στους αξιολογητές διότι όπως «λέγεται στο Π.Δ. 152/2013 απαιτεί εκπαιδευμένο αξιολογητή υψηλής ειδημοσύνης και διάκρισης». Επίσης, τους χρεώνει έλλειψη εμπειρίας, διότι «οι διαδικασίες εκπαίδευσης των αξιολογητών στις διαδικασίες που προέβλεπε το Π.Δ. 152/2013, ήταν αρκετά σύντομες και ως επί το πλείστον θεωρητικού χαρακτήρα, κάτι που δεν διευκόλυνε στην ανάπτυξη συναίνεσης και συναντίληψης μεταξύ των αξιολογητών για τον τρόπο αποτίμησης των επιμέρους κριτηρίων, με κίνδυνο να υπάρχουν μεγάλες αποκλίσεις στην αποτίμηση των ίδιων ικανοτήτων από αξιολογητή σε αξιολογητή». Επιμένουμε στην παράθεση αυτών των θέσεων για να δείξουμε ότι για διαχειριστικούς και μόνο λόγους η Αρχή καταφεύγει σε παρατηρήσεις βελτιωτικές χωρίς να μετακινείται από τις αρχικές της θέσεις περί αξιολόγησης.

Μέχρι που ερχόμαστε στη δεύτερη έκθεση (2016) όπου με το χάρισμα του νεοφώτιστου η Αρχή ανακαλύπτει τώρα ότι οι πιο κατάλληλοι για την αξιολόγηση είναι οι ίδιοι οι εκπαιδευτικοί της πράξης, αυτοί ξέρουν καλύτερα από όλους και άρα δεν χρειαζόμαστε ειδήμονες με ικανότητα «διάκρισης». Οι «πρώην» αξιολογητές – σχολικοί σύμβουλοι μετατρέπονται σε κριτικούς φίλους που είναι περισσότερο εσωτερικοί παρά εξωτερικοί ως προς τη σχολική μονάδα, το σχολείο μετατρέπεται σε μία επαγγελματική κοινότητα μάθησης (παραπέμπει μάλιστα στο σχολείο ως οργανισμό που μαθαίνει σύμφωνα με την αυτοαξιολόγηση του 2012-14) και υπογραμμίζουμε εδώ το επαγγελματική για να μην ξεχνάμε το σημείο αφετηρίας που είναι η επαγγελματική και όχι η επιστημονική ταυτότητα των εκπαιδευτικών. Και, ίσως το πιο σημαντικό, εισάγεται μία οριζόντια σχέση εξουσίας μέσα στο ίδιο το σχολείο, πλάι στις κάθετες σχέσεις εξουσίας: ο θεσμός του μέντορα. Ο μέντορας θα είναι ο περισσότερο έμπειρος και προσοντούχος συνάδελφος που θα του δίνονται κίνητρα (;) για να προσφέρει εθελοντικά τις υπηρεσίες του στην καθοδήγηση νεοδιόριστων (από ποιους διορισμούς;) και αναπληρωτών διαμεσολαβώντας ανάμεσα σε αυτούς και στους σχολικούς συμβούλους. Αντίστοιχο κύρος θα έχουν και οι υπεύθυνοι τμημάτων και υπεύθυνοι ειδικοτήτων.

Εν κατακλείδι, η τελευταία έκθεση της Α.ΔΙ.Π.Π.Δ.Ε, είναι ένας ύμνος στην «αυτονομία» της σχολικής μονάδας, υπό την εξής εκβιαστική προϋπόθεση: καλή σχολική μονάδα σύμφωνα με τον ΟΟΣΑ ( και αυτό το επικαλείται και η έκθεση του ΣΕΒ του 2017) είναι αυτή που λογοδοτεί. Και λογοδοτεί απέναντι σε αυτούς προς τους οποίους είναι ηθικά υπεύθυνη, δηλαδή τους γονείς και την τοπική κοινωνία. Γιατί; Διότι, αν γίνει όπως πρεσβεύει η Αρχή, δηλαδή μέσα στα πλαίσια της αυτονομίας του, το σχολείο όχι μόνο να αξιοποιεί οικονομικούς πόρους άλλα να έχει και μεγάλη δυνατότητα επιλογής του περιεχομένου της διδακτέας ύλης, τότε αναλαμβάνει αναγκαστικά και την ευθύνη των επιλογών του και άρα οφείλει να λογοδοτεί. Με αυτόν τον τρόπο νομιμοποιείται η εσωτερική αξιολόγηση, στην οποία επανειλημμένα αναφέρεται ο Υπουργός Παιδείας στις συνεντεύξεις.

Πλην όμως ο μετασχηματισμός του εκπαιδευτικού συστήματος από κεντρικά ελεγχόμενο σε αποκεντρωμένο δεν θα είναι καθόλου εύκολος, το ερώτημα αν έχουμε εμείς οι εκπαιδευτικοί που μεγαλώσαμε και λειτουργούμε σε ένα αυστηρά συγκεντρωτικό σύστημα εκπαίδευσης, τη σχετική κουλτούρα της αυτονομίας των επιλογών μας και των αντίστοιχων συλλογικών, συνεργατικών διαδικασιών που την υποστηρίζουν είναι βασανιστικό έως και αμείλικτο. Εξίσου όμως αμείλικτο είναι και το ερώτημα αν η τοπική κοινωνία έχει την αντίστοιχη κουλτούρα ανοιχτών, συνεργατικών διαδικασιών την στιγμή που πολύ εύκολα επικαλείται θεσμικά πλαίσια και καταφεύγει στη δικαιοσύνη προκειμένου να διεκδικήσει αυτό που εκείνη θεωρεί κάθε φορά σωστό. Εδώ λοιπόν είναι που ο ρόλος της Α.ΔΙ.Π.Π.Δ.Ε σε αυτόν τον μεγαλεπήβολο μετασχηματισμό κρίνεται «αναντικατάστατος» για τους ιθύνοντες του ΥΠ.Π.Ε.Θ. Θα είναι ο θεσμός που ο ρόλος του θα ξεκινά από την επιμόρφωση των εκπαιδευτικών σε αυτή τη νέα τάξη πραγμάτων και θα φτάνει μέχρι την επίλυση των όποιων διαφορών και συγκρούσεων ως μετα-αξιολογική Αρχή.

Θα το δεχτούμε; Θα το αφήσουμε να περάσει; Η συνέχεια θα δοθεί στους αγώνες και στους δρόμους για άλλη μια φορά!

Μαρούσι 2 – 5 – 2017

Advertisements

Comments are closed.